ευσταθώ

(ΑΜ εὐσταθῶ, -έω) [ευσταθής]
είμαι ευσταθής, είμαι σταθερός, έχω σταθερή βάση
νεοελλ.
είμαι βάσιμος, στηρίζομαι στην πραγματικότητα, σε τεκμήρια, σε πειστικούς συλλογισμούς (α. «η άποψη δεν ευσταθεί» β. «τα επιχειρήματα δεν ευσταθούν»)
αρχ.
1. (για θάλασσα) είμαι ήρεμος, γαλήνιος («ἔτυχε γαλήνη οὖσα καὶ εὐσταθοῡν τὸ πέλαγος», Λουκιαν.)
2. (για πρόσ.) ηρεμώ
3. (για το σώμα) είμαι υγιής
4. (για τόπους και πολιτικές καταστάσεις) έχω σταθερότητα («εὐσταθοῡσα βασιλεία»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐσταθῶ — εὐσταθέω to be steady pres subj act 1st sg (attic epic doric) εὐσταθέω to be steady pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Плачущий Гераклит и смеющийся Демокрит — Фреска Браманте, 1477 Плачущий Гераклит и смеющийся Демокрит  …   Википедия

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.